ΠΑΙΔΙΚΟ ΣΤΡΕΣ ΚΑΙ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ COVID-19: Πως να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να διαχειριστούν αυτή την δύσκολη περίοδο

children's stress and covid 19

Όλγα Γεριτσίδου, Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, Β.Α., Μ.Α.

Τάνυα-Μαρία Γεριτσίδου, Ψυχοπαιδαγωγός, Β.Α., Μ.Α.

Στο προηγούμενο άρθρο είχαμε συζητήσει για το πώς μπορούμε και πρέπει να οργανώσουμε την απασχόληση των παιδιών μας στο σπίτι κατά την διάρκεια της καραντίνας.

Σε κάθε περίπτωση οι έρευνες δείχνουν ότι η δομή κατά την διάρκεια της ημέρας δίνει μια αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας στα παιδιά, κάτι που αποτελεί παράγοντα προστασίας για την ψυχική και σωματική τους υγεία: δηλαδή, όσο δείχνουμε στα παιδιά μας ότι η ρουτίνα μεν άλλαξε αλλά δεν καταργήθηκε στην ουσία της (μαθήματα γίνονται, δουλειές του σπιτιού γίνονται, διασκέδαση και οικογενειακή ζωή γίνεται, κλπ) τόσο περισσότερο τους επιβεβαιώνουμε εμπράκτως ότι τα πράγματα είναι υπό έλεγχο και δεν πρέπει να ανησυχούν.

Όμως, ενδεχομένως αυτό να μην είναι αρκετό για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, διότι υπάρχουν άτομα στην ζωή τους που δεν επιτρέπεται να συναντήσουν, να αγκαλιάσουν ή να παίξουν μαζί τους όπως πριν και μάλιστα επ’ απειλεί σοβαρής ασθένειας ή και θανάτου.

Δεύτερον, διότι ακόμα και αν αυτό δεν ισχύει άμεσα (π.χ. δεν υπάρχουν παππούδες-γιαγιάδες σε απομόνωση ή δεν συνηθίζουν να συναναστρέφονται από κοντά-δια ζώσης τους φίλους τους) ο συνεχής καταιγισμός ερεθισμάτων, νέων και οδηγιών για τον κορονοϊό τους υπογραμμίζει συνεχώς και καθημερινώς ότι υπάρχει κίνδυνος θανάτου και μάλιστα θανάτου σε ηλικίες που είναι πιθανώς οι γονείς τους, θείοι τους ή και τα ίδια.

Ακόμα και αν τα παιδιά μας δεν βλέπουν τηλεόραση ή ειδήσεις, και πάλι εκτίθενται σε ανύποπτο χρόνο μέσα από το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ακόμα και το ίδιο το σχολείο τους ή άλλες πηγές ενημέρωσης του κράτους. Τέλος, ακόμα και αν κατορθώναμε (πράγμα που όπως θα δούμε θα είχε επί της ουσίας το αντίστροφο αποτέλεσμα) να προστατεύσουμε το παιδί μας από όλα αυτά τα ερεθίσματα, εν τέλει θα εκτιθόταν σε αυτά μέσω των συνομιλιών των ενηλίκων μέσα στο σπίτι, καθώς βεβαίως και από τις νέες συνθήκες της καθημερινότητας.

Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει το παιδί μας ενημερωθεί κατά το μάλλον ή το ήττον για την ύπαρξη μιας πανδημίας που έχει διαταράξει την ζωή του με την απειλή της σοβαρής ασθένειας ή του θανάτου.

Μια τέτοια απειλή είναι υπέρμετρα μεγάλη για τα παιδιά μας, ακόμα και αν τα ίδια το αρνηθούν αυτό. Οι έρευνες μας έχουν δείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά συναισθάνονται, διαχειρίζονται και εκδηλώνουν συναισθήματα στρές και φόβου διαφέρει ουσιαστικά από αυτόν των ενηλίκων.

Έτσι μπορεί το παιδί μας να παρουσιάσει, παρ’ όλη την οργάνωση της ημέρας, συμπεριφορές όπως: δυσθυμία, εκνευρισμό και ευερεθισμό, δυσανεξία, εκρήξεις θυμού, εκρήξεις με κλάμα ή γενικότερα temper-tantrums, έλλειψη συνεργασίας και αντίσταση όταν του ζητάμε να κάνει πράγματα, να μελετήσει ή να κάνει διάφορες δραστηριότητες, δήλωση ότι «βαριέται», αφοσίωση και ενασχόληση με ένα μόνο πράγμα σε σημείο που να απομονώνεται εμμονικά από το περιβάλλον του, έκρηξη θυμού ένα προσπαθήσουμε να το κάνουμε να ασχοληθεί με διάφορα πράγματα και όχι μόνο ένα (π.χ. και με άλλα πράγματα εκτός από ηλεκτρονικά παιχνίδια ή ατέλειωτες ώρες τηλεόρασης), έλλειψη συγκέντρωσης/απόσπαση προσοχής, νωθρότητα ή υπερδιέγερση, υπνηλία-υπέρ το δέον διάρκεια ύπνου ή δυσκολία να αποκοιμηθεί, μεγάλη και ξαφνική αλλαγή στις διατροφικές του συνήθειες (ξαφνικά τρώει πάρα πολύ ή πολύ λίγο ή και καθόλου), κλπ.

Σαφώς, τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να οφείλονται και σε άλλες προϋπάρχουσες καταστάσεις οι οποίες τώρα με τον περιορισμό της καραντίνας επιδεινώνονται και ‘φαίνονται’ συμπεριφορικά περισσότερο. Για αυτό είναι καλό, εάν έχετε την δυνατότητα, να είμαστε πάντα σε επικοινωνία με τον ειδικό που γνωρίζει το παιδί μας από ψυχολογική άποψη ώστε να έχουμε μεγαλύτερη και πιο επακριβή άποψη για το τί συμβαίνει και πώς να το αντιμετωπίσουμε.

Ορισμένες όμως βασικές προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα τώρα στην έκτακτη ανάγκη, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τις ξεκινήσουμε εμείς.

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα απλά και εύκολα βήματα ώστε σε κάθε περίπτωση να βοηθήσουμε το παιδί μας να διαχειριστεί το επί πλέον στρές στο οποίο εκτίθεται:

1.    Συζητάμε με το παιδί μας και μεριμνούμε ώστε να αποκωδικοποιήσουμε τα ερεθίσματα υψηλής συναισθηματικής φόρτισης σε άλλα χαμηλότερης. Π.χ. σε ένα ρεπορτάζ κορονοϊού από την Ιταλία που δείχνει σειρές με φέρετρα, σε ατάκες τύπου «δεν προλαβαίνουν να θάψουν τους νεκρούς τους» ή «πεθαίνουν στον δρόμο», κλπ

  • a.     Πρώτα απ’ όλα ρωτάμε το παιδί μας τί έχει καταλάβει από αυτό που άκουσε και ακούμε προσεκτικά. Μπορεί η αντίδραση του να μην είναι κοινωνικά πρέπουσα (π.χ. γέλιο, προσπάθεια διακωμώδησης), μπορεί να είναι υπερβολική (π.χ. πολύ κλάμα, ξαφνικός θυμός, απελπισία, κλπ) ή μπορεί να είναι προσπάθεια αποφυγής ή μπορεί να μας αναφέρει ή να μας δείξει ότι δεν αισθάνεται απολύτως τίποτα και δεν το ενδιαφέρει.
  • b.    Αντί να αντιδράσουμε και εμείς συναισθηματικά σε αυτό κρατάμε την ηρεμία μας σε κάθε περίπτωση και ρωτάμε το παιδί μας γιατί αισθάνεται έτσι (ή γιατί δεν αισθάνεται κάτι όπως λέει) και ακούμε προσεκτικά γιατί στην όποια απάντηση του κρύβεται η αλήθεια που μπορεί να μας την δείξει με το συναίσθημα ή την συμπεριφορά του.
  • c.     Όποια και αν είναι η απάντηση του, του εξηγούμε ότι πρέπει να συζητήσουμε το ερέθισμα διότι η φύση των ανθρώπων είναι τέτοια (και άρα και η δική του) που ακόμα και όταν δεν το καταλαβαίνουν ή δεν θέλουν να το παραδεχτούν, δεν μπορούν να μείνουν ουδέτεροι και απαθείς ενώπιον της έννοιας του θανάτου και της απειλής αυτού. Με αυτό τον τρόπο δείχνουμε στο παιδί μας ότι ουσιαστικά όποια και αν είναι η αντίδραση του είναι δικαιολογημένη και μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης φύσης. Αυτό από μόνο του ανακουφίζει σε έναν βαθμό το στρές του παιδιού γιατί ακόμα και αν η αντίδραση είναι έντονη, το παιδί μας πλέον γνωρίζει ότι είναι εντάξει και επιτρεπτό’ να την αισθάνεται.
  • d.    Αφού φτάσουμε σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε στο παιδί μας ότι λαμβάνουμε όλα τα μέτρα προστασίας που αρμόζουν σε αυτού του είδους την απειλή και για αυτό οι πιθανότητες να συμβεί σε εμάς αυτό που βλέπει στην τηλεόραση ή όπου αλλού είναι ελαχιστοποιημένες (προσοχή όμως ποτέ δεν λέμε ότι αποκλείεται να συμβεί).
  • e.     Όταν το παιδί μας μας ρωτήσει και τί θα γίνει εάν παρ’ ελπίδα μας συμβεί αυτό, έχει έρθει η στιγμή να του μιλήσουμε για το ότι το ποσοστό των ανθρώπων που πεθαίνουν από αυτήν την νόσο είναι ελάχιστο και συνήθως είναι ήδη αδύναμοι οργανισμοί. Δηλαδή οι πιθανότητες είναι με το μέρος μας ότι θα επιβιώσουμε.
  • f.      Εάν είμαστε εμείς συναισθηματικά έτοιμοι και μόνο, μπορούμε να θίξουμε και το χείριστο σενάριο, δηλαδή την περίπτωση θανάτου από νόσο στην οικογένεια μας. Αυτό όμως απαιτεί ειδική διαχείριση την οποία και θα θίξουμε σε γενικές γραμμές σε επόμενο άρθρο και συνιστούμε να έχετε πρώτα πάρει συμβουλές ειδικές για τις δικές σας οικογενειακές παραμέτρους από ειδικούς πριν το κάνετε. Το σύνηθες και πιο ασφαλές σε αυτή την περίπτωση είναι να πούμε στο παιδί μας ότι οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο από την νόσο είναι τόσο ελάχιστες που δεν χρήζουν συζήτησης υπό την προϋπόθεση ότι κρατούνται όλοι οι κανόνες ασφαλείας. Υποσχόμαστε όμως στο παιδί μας ότι εάν ποτέ δούμε να υπάρχουν υψηλές πιθανότητες για κάτι τέτοιο θα το ενημερώσουμε χωρίς καθυστέρηση, οπότε δεν υπάρχει λόγος να αγχώνεται ή να σκέφτεται κάτι τέτοιο. Εννοείται ότι την εννοούμε αυτή την υπόσχεση και θα το κάνουμε εάν και όταν χρειαστεί.

2.    Επισκοπούμε και επισημαίνουμε στο παιδί μας ότι είναι φυσιολογικό να θέλει να μιλήσει ξανά και ξανά για τέτοια θέματα και ότι πρέπει να το κάνει όποτε το χρειάζεται και εμείς θα είμαστε εδώ για να το ακούσουμε και να το συζητήσουμε.

3.    Δεν κρύβουμε από το παιδί μας τα δικά μας συναισθήματα. Εάν φοβόμαστε, το ομολογούμε. Εάν είμαστε θυμωμένοι το παραδεχόμαστε και αυτό. Απλά, μαζί με αυτή την παραδοχή λέμε και δείχνουμε στο παιδί μας πώς το διαχειριζόμαστε εμείς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί είμαστε πάντα και ανά πάσα στιγμή τα παραδείγματα προς μίμηση  που έχει το παιδί μας. Ακόμα και αν είναι ο ‘κλασικός’ αντιδραστικός έφηβος, αυτό ο γεγονός δεν παύει να ισχύει.

Αυτά είναι τα τρία βασικά βήματα διαχείρισης που θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας, ακριβώς όπως έχουμε διαθέσιμο το αντισηπτικό.

Σαφώς, όπως ήδη είπαμε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτές είναι γενικές στρατηγικές οι οποίες πάντα θα γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικές εάν ο ειδικός που εμπιστευόμαστε μας βοηθήσει να τις προσαρμόσουμε ακόμα περισσότερο στις δικές μας ειδικές περιπτώσεις και παραμέτρους.

Σε κάθε περίπτωση όμως θυμόμαστε ότι η απομυθοποίηση και ο ορισμός μιας απειλής, όσο μεγάλης και αν είναι σε όρους που μας δίνουν την αίσθηση ελέγχου και δυνατότητα προστασίας από αυτήν, προσεγγίσεις που μας δίνουν την αίσθηση ότι μπορούμε να διαχειριστούμε όλες ή τις περισσότερες από τις πτυχές αυτής της απειλής προασπίζουν την ψυχική και πνευματική μας ηρεμία. Το ίδιο και ακόμα περισσότερο και στα παιδιά μας.